- σχημάτιον
- σχημάτιον, τό, im plur. bes. Tänze, Tanzfiguren
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
σχημάτιον — the figures of a dance neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σχημάτιον — τὸ, Α [σχῆμα, ήματος] 1. υποκορ. μικρό σχήμα 2. στον πληθ. τὰ σχημάτια α) χορευτικά σχήματα, φιγούρες β) σχήματα λόγου … Dictionary of Greek
σχηματίοις — σχημάτιον the figures of a dance neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σχημάτια — σχημάτιον the figures of a dance neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)